ἐφώριος

ἐφώριος, ον, ([etym.] ὥρα)
A mature, AP9.563 (Leon.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφώριος — ἐφώριος, ον (Α) αυτός που βρίσκεται στον κατάλληλο καιρό, στην ώρα του, ώριμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὥριος ποιητ. τ. τού ὡραῖος «ώριμος, ευρισκόμενος στην κατάλληλη ώρα» (< ὥρα)] …   Dictionary of Greek

  • ἐφώριος — mature masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφωρίοις — ἐφώριος mature masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφώριοι — ἐφώριος mature masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.